Οι Jethro Tull είναι ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της μουσικής. Η μουσική τους, ένα αμάλγαμα από hard rock, folk, blues και κλασσικά στοιχεία, τους αποκόμισε 11 χρυσά και 5 πλατινένια albums. Οδηγημένοι από τον frontman φλαουτίστα, κιθαρίστα, τραγουδιστή, τραγουδοποιό Ian Anderson, έφτασαν σε υψηλά επίπεδα δημοτικότητας και έγραψαν ένα σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της μουσικής.
Πολύ σύντομα, αντιμετώπισαν το πρόβλημα της "ταυτότητας" του γκρουπ. Τι θα έπαιζαν; Προς ποια κατεύθυνση θα έστρεφαν το ρεπερτόριό τους; Πως θα οργάνωναν τη σκηνική τους παρουσία; Την άνοιξη του 1968, οι managers Terry Ellis και Chris Wright (οι οποίοι αργότερα ίδρυσαν την Chrysalis Records, από τα ονόματά τους, Chris-Ellis/Chrisellis/Chrisallis/Chrysalis), έδωσαν την ιδέα να πάρει ο Mick Abrahams την κεντρική θέση στη σκηνή και ο Anderson με το φλάουτο, να μείνει στην άκρη.
άνοιξαν τη συναυλία των Pink Floyd στις 29 Ιουνίου του 1968 και ο Anderson έκλεψε την παράσταση πηδώντας από τη μια άκρη στην άλλη και παίζοντας φλάουτο στο ένα πόδι. Έπειτα ήταν και το ντύσιμό του. Ντυνόταν σαν Χίππυ του ...μεσαίωνα. Έτσι κέρδισαν τη φήμη του περίεργου γκρουπ που όλοι πήγαιναν να ακούσουν και να δουν κυρίως τον ...κουρελή φλαουτίστα που παίζει στο ένα πόδι. Στα τέλη του καλοκαιριού, υπέγραψαν ένα συμβόλαιο με την Island Records και ηχογράφησαν το "This Was".
Το επόμενο άλμπουμ, ήταν το "Stand Up" (Island)), στο οποίο όλες οι συνθέσεις ήταν του Ian Anderson, εκτός από το "Bouree" που ήταν σύνθεση του Johann Sebastian Bach. Στο "Stand Up", εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαν ενορχηστρωτής ο David Palmer, ο οποίος θα ενορχήστρωνε στο μέλλον, πολλά άλμπουμς των Tull. Ο Palmer, θα γίνονταν τελικά επίσημο μέλος του γκρουπ το 1977.
Με το single "Sweet Dream" πέρασαν από την Island στην Chrysalis και το άλμπουμ "Benefit" σημάδεψε την τελευταία τους ματιά στo blues. Σημάδεψε επίσης και την επιστροφή του John Evan που εισήλθε στους Tull, αφήνοντας τα τύμπανα για χάρη του πιάνου.
Τον Δεκέμβριο του '70, ο Cornick αντικαταστάθηκε στο μπάσο από τον παιδικό φίλο του Anderson, Jeffrey Hammond-Hammond και με το ξεκίνημα του '71, ξεκίνησαν να δουλεύουν το υλικό του δίσκου που για πολλούς θεωρείται το καλύτερό τους. Στο "Aqualung", ο Anderson εξελίσσει το τραγούδισμά του, βρίσκει επιτέλους το λυρικό στυλ που ψάχνει και κινείται σε πιο σοβαρά στιχουργικά επίπεδα. Ασχολείται με τη σχέση Θεού και Ανθρώπου και κατά την άποψή του η οργανωμένη θρησκεία χωρίζει αυτή τη σχέση
Το επόμενο άλμπουμ "A Passion Play", δίχασε τους κριτικούς, αλλά παρ' όλ' αυτά, πήγε στο # 1.
Το Νοέμβριο του '74, το γκρουπ επέστρεψε με τραγούδια μικρού ...μήκους στο "War Child", που συνοδεύτηκε από μία επιτυχημένη περιοδεία.
Τον Σεπτέμβριο του 1975, ήρθε το "Minstrel in the Gallery", με την 17λεπτη σουίτα "Baker Street Muse" που παραπέμπει στα επικολυρικά "Thick as a Brick" και "A Passion Play".
Η σύνθεσή τους παρέμενε έτσι, μέχρι την αποχώρηση του Hammond-Hammond (Ιανουάριος 1976) και την αντικατάστασή του από τον John Glascock (1953), με τον οποίο ηχογράφησαν το "Too Old to Rock 'n Roll, Too Young to Die" (Μάιος 1976).
Ωστόσο το 1979, ήταν μία τραγική χρονιά για τους Tull. Πέντε εβδομάδες μετά το "Stormwatch", ο John Glascock πέθανε από καρδιακά προβλήματα και στη θέση του ήρθε ο Dave Pegg που έπαιζε μπάσο στους Fairport Convention.
Το 1980, η σύνθεση του γκρουπ άλλαξε εντελώς. Παρέμειναν οι Barre και Pegg, αλλά έφυγαν οι Barlow, Evan, και Palmer που αντικαταστάθηκαν από τους Eddie Jobson (βιολί), Gerry Conway (τύμπανα) και Peter-John Vettesse (πιάνο). Με αυτή τη σύνθεση έγινε το προσωπικό άλμπουμ του Anderson "A" (που κυκλοφόρησε όμως σαν Jethro Tull) και το "Broadsword and the Beast".
Ωστόσο, η δημοτικότητά τους έχει μειωθεί σημαντικά. Το 1984 πούλησαν ελάχιστα με το "Under Wraps", το 1986 η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου "Παίζει τη μουσική των Jethro Tull" και το 1987 έρχεται το "Crest of a Knave" που τους δίνει ένα Grammy και γίνονται πάλι ..Stars.
Το "Rock Island" (1989), πήγε επίσης καλά, όπως και το "Catfish Rising" (1991).
Το 1992 κάνουν το live/unplugged "A Little Light Music", και ....πατώνουν!!!!
Είχαν πολύ καλή συνέχεια με το "Roots To Branches" (1995) και με το "J-Tull Dot Com" (1999)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου