Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στην Κολωνία το 1968 με αρχικό όνομα το "Inner Space" και αποτελούνταν από τους Holger Czukay στο μπάσο, Irmin Schmidt στα keyboards (και οι δύο ήταν δάσκαλοι μουσικής που είχαν μαθητεύσει υπό τον Karlheinz Stockhausen), Michael Karoli στην κιθάρα (μαθητής του Czukay), και Jaki Liebezeit στα ντραμς (είχε ειδίκευση στην jazz), μαζί με το αρχικό μέλος David Johnson.
Το φθινόπωρο του 1968, ο Αμερικανός τραγουδιστής Malcolm Mooney έγινε μέλος του συγκροτήματος και μαζί του ηχογράφησαν το άλμπουμ Monster Movie, το οποίο κυκλοφόρησε το 1969. Ήταν πολύ δημιουργικός, πολύ ρυθμικός αλλά συχνά διαπληκτιζόταν με τα υπόλοιπα μέλη. Τα φωνητικά του ήταν αρκετά περίεργα, συχνά πλησίαζαν ψυχωτικές κραυγές, πολύ διαφορετικά από το μινιμαλιστικό στυλ της μουσικής, το οποίο είχε επιρροές από τους Velvet Underground, Τζέιμς Μπράουν και Pink Floyd. Βασίζονταν πολύ στις επαναλήψεις, ιδιαίτερα στα ντραμς και το μπάσο, και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο 20λεπτο κομμάτι "Yoo Doo Right", το οποίο αρχικά ήταν ένας εξάωρος αυτοσχεδιασμός. Αυτό το τραγούδι, όπου ο Mooney ουρλιάζει τους στίχους, οι οποίοι φαίνονται να είναι φράσεις από ένα ερωτικό γράμμα, έγινε διασκευή σε πιο σύντομη μορφή από τους The Geraldine Fibbers, Thin White Rope και άλλους.
Τα επόμενα χρόνια, οι Can κυκλοφόρησαν τα πιο σημαντικά τους έργα, τα οποία θεωρούνται ορόσημα για το μουσικό ρεύμα Krautrock. Ενώ τα προηγούμενα τους άλμπουμ είχαν περισσότερο παραδοσιακές δομές τραγουδιών, σε αυτά κάνουν στροφή προς ένα πιο ρευστό αυτοσχεδιαστικό στυλ. Το Tago Mago (1971) είναι ένα πρωτοποριακό, μη συμβατικό άλμπουμ που επηρέασε πολλούς μελλοντικούς καλλιτέχνες. Περιείχε έντονα ρυθμικά ντραμς (με στυλ τζαζ), αυτοσχεδιασμούς στην κιθάρα και σόλο στα keyboards (πολλές φορές έδεναν κιθάρα και keyboards), εκτεταμένη επεξεργασία των κασετών ηχογράφησης και τα εκκεντρικά φωνητικά του Suzuki. Οι κριτικοί της εποχής εξύμνησαν το ρυθμικό χαρακτήρα του άλμπουμ: ένας κριτικός έγραψε ότι "ένα μεγάλο μέρος του άλμπουμ είναι βασισμένο στον έντονο αυτοσχεδιασμό πάνω μια υπνωτική ρυθμική δομή" . Ένας άλλος γράφει ότι "το κομμάτι Halleluwah τους βρίσκει να δημιουργούν ένα τερατώδη ρυθμό trance/funk μουσικής" .
O Suzuki έφυγε το 1973 για να γίνει Μάρτυρας του Ιεχωβά, οπότε ο Karoli και ο Schmidt ανέλαβαν τα φωνητικά. Και οι δύο ήταν ικανοί, αλλά όχι ιδιαίτερα ξεχωριστοί τραγουδιστές, ειδικά αν τους συγκρίνει κανείς με την τρελή ενέργεια του Mooney ή το χαλαρό στυλ του Suzuki. Στις ζωντανές τους εμφανίσεις, με δεδομένη την απουσία τραγουδιστή, έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στη μουσική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι παραστάσεις τους να είναι μοναδικές, γιατί είχαν αναπτύξει την ευχέρεια να αυτοσχεδιάζουν για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να έχουν κάποιο κεντρικό θέμα.
Το άλμπουμ Soon Over Babaluma (1974) ήταν η συνέχεια του ambient στυλ του Future Days, μαζί με ένα μέρος του πειραματικού στυλ του Tago Mago και του Ege Bamyasi. Το 1975 οι Can υπέγραψαν συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Virgin Records στη Μεγάλη Βρετανία και με την EMI/Harvest στη Γερμανία. Με τα άλμπουμ Landed (1975), Flow Motion (1976), Saw Delight (1977) και Out of Reach (1978), οι Can κινήθηκαν προς ένα πιο συμβατικό στυλ μουσικής. Το single "I Want More" από Flow Motion είχε έντονα ντίσκο στοιχεία και έγινε η μοναδική τους επιτυχία έξω από τα σύνορα της Γερμανίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου